λογοτεχνίας κείμενα.... σελίδες του περιοδικού ΥΦΟΣ // http://politistiko-magazino.blogspot.gr/

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή

~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~
.........η νέα ιστοσελίδα του περιοδικού ΥΦΟΣ - πατήστε πάνω στην εικόνα

... ας κάνουμε δώρο ένα βιβλίο στα αγαπημένα μας πρόσωπα- αντίδοτο στην κρίση που ζούμε...

Oδοιπορικό στα παράλια της αλησμόνητης Μ. Ασίας

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Το νέο μυθιστόρημα του Μιτς Αλμπομ με τίτλο "ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ" από τις εκδ. Ψυχογιός

   Ξένη  λογοτεχνία     



ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
ΜΙΤΣ ΑΛΜΠΟΜ
Σελίδες : 336
Εκδόσεις Ψυχογιός, 
Αθήνα 2014


Μια φθινοπωρινή μέρα, τα τηλέφωνα στη μικρή πόλη Κόλντγουοτερ του Μίσιγκαν αρχίζουν να χτυπούν. Οι άνθρωποι που τηλεφωνούν είναι αγαπημένα πρόσωπα που έχουν φύγει από τη ζωή και λένε ότι καλούν από τον παράδεισο. 
Την ίδια αυτή μέρα, ο Σάλι Χάρντινγκ βγαίνει από τη φυλακή, όπου είχε μπει για ένα έγκλημα που δεν είχε διαπράξει. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, η γυναίκα του πέθανε. Επιστρέφει στο σπίτι του με την ελπίδα να ξαναφτιάξει τη ζωή του με τον γιο του. Αντί γι’ αυτό, βρίσκει τους πάντες αναστατωμένους με τα τηλεφωνήματα από τον παράδεισο. Καθώς αυτά όλο και πληθαίνουν, άνθρωποι συρρέουν από παντού για να δουν από κοντά το θαύμα. 
Όταν ο γιος του αρχίζει να κουβαλάει συνεχώς πάνω του ένα πλαστικό τηλέφωνο περιμένοντας τη μητέρα του να τον καλέσει, ο Σάλι αποφασίζει να αντιδράσει, αποδεικνύοντας ότι το φαινόμενο του Κόλντγουοτερ δεν είναι παρά μια απάτη. Είναι όμως; Ή μήπως πρόκειται για το μεγαλύτερο θαύμα του κόσμου; 
Μια συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της σχέσης που μας συνδέει με τους αγαπημένους μας που δεν μπορούμε να δούμε.

…και δυο λόγια από τον συγγραφέα 

Το θέμα τής μετά θάνατον ζωής μάς απασχολεί όλους κατά καιρούς και ίσως, όσο μεγαλώνουμε, να μας απασχολεί ολοένα και περισσότερο. Σίγουρα. Τα δύο τελευταία βιβλία μου αντικατόπτριζαν αυτό το αίσθημα ότι μεγαλώνω. Το ΠΡΩΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, αν και είναι κατά βάση θρίλερ, με θέμα τη δυνατότητα να επικοινωνούμε με πρόσωπα που έχουν φύγει από τη ζωή –και το κατά πόσο θέλουμε να πιστέψουμε σε κάτι τέτοιο–, εκφράζει την τωρινή ψυχική μου κατάσταση. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην Ντέμπι, την αδερφή της γυναίκας μου, μόνο δύο χρόνια μεγαλύτερή μας. Πέθανε από καρκίνο του μαστού. Μιλούσε πολύ στο τηλέφωνο, και η γυναίκα μου είχε κρατήσει για καιρό τα μηνύματά της. Φοβόταν για περίπου δύο χρόνια να χρησιμοποιήσει το κινητό της, γιατί νόμιζε ότι θα έσβηνε κατά λάθος τα μηνύματα της αδερφής της… Η μητέρα μου έχει υποστεί δύο εγκεφαλικά και δε μιλάει πια. Δεν ξέρω καν αν με αναγνωρίζει όταν την επισκέπτομαι, γιατί ούτε να γνέψει μπορεί. Και, ξέρετε, μου λείπει πολύ η φωνή της, και έχω συνειδητοποιήσει ότι, μέσω της φωνής, συνδεόμαστε ενστικτωδώς ή συναισθηματικά με κάποιον άλλον. Έτσι άρχισα να σκέφτομαι τα τηλέφωνα, τα τηλεφωνήματα και το πρώτο τηλέφωνο που κατασκευάστηκε.
~~~~~~


 (Απόσπασμα από συνέντευξη του Μιτς Άλμπομ στο articles.chicagotribune.com)



Ο ΜΙΤΣ ΑΛΜΠΟΜ είναι ευπώλητος συγγραφέας, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και βραβευμένος δημοσιογράφος. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει πάνω από 34 εκατομμύρια αντίτυπα σε 42 γλώσσες, ενώ πέντε από αυτά έχουν βρεθεί στην πρώτη θέση των μπεστ σέλερ της εφημερίδας New York Times. Έχει ιδρύσει επτά φιλανθρωπικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης κλινικής στην Αμερική για άστεγα παιδιά, και ένα ορφανοτροφείο στο Πορτ-ο-Πρενς της Αϊτής. Ζει με τη σύζυγό του στο Ντιτρόιτ.

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

ΕΜΙΛΙ ΜΠΑΡ - "ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΡΙΒΙΕΡΑ" κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Σελίδες 456, Αθήνα 2014 - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ



"ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΡΙΒΙΕΡΑ" ονομάζεται το τρένο που συνδέει το Λονδίνο με την Κορνουάλη. Αυτό το τρένο παίρνει κάθε εβδομάδα η Λάρα Φιντς για να επιστρέψει στη φαινομενικά τέλεια κι ωστόσο αφόρητα βαρετή ζωή της με τον Σαμ. Και σ’ αυτό το ίδιο τρένο θα γνωρίσει τον Γκάι, που θα γίνει ο παράνομος δεσμός της.
Μια νύχτα, ένας φόνος θα ταράξει τη ρουτίνα της Νυχτερινής Ριβιέρας, και η Λάρα θα εξαφανιστεί χωρίς ίχνος. Μόνο η φίλη της, η Άιρις, αμφισβητεί την επίσημη εκδοχή των γεγονότων και αποφασίζει να την αναζητήσει. Για την Άιρις, αυτή θα είναι η αρχή μιας περιπέτειας που θα την οδηγήσει πολύ μακριά, αποκαλύπτοντάς της παλιά εγκλήματα και σκοτεινά μυστικά.
Για τη Λάρα, θα είναι το τέλος ενός ταξιδιού που ξεκίνησε πριν από πολύ καιρό. Ενός ταξιδιού που πρέπει να τελειώσει, προτού την καταστρέψει…

~~~~~~~~~~~~



Η ΕΜΙΛΙ ΜΠΑΡ ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της ως δημοσιογράφος, γνωρίζοντας πάντα ότι το πάθος της ήταν η συγγραφή. Αφού εργάστηκε για λίγα χρόνια ως αρθρογράφος στην εφημερίδα Guardian, πρότεινε στους προϊσταμένους της να ταξιδέψει για έναν χρόνο και να καταγράψει τις εμπειρίες της. Η πρότασή της έγινε δεκτή, και το ταξίδι αυτό αποτέλεσε την έμπνευση για το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο Backpack, που απέσπασε το βραβείο W. H. Smith για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. 
Το ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΡΙΒΙΕΡΑ είναι το δωδέκατο μυθιστόρημά της. Ζει στην Κορνουάλη με τον σύζυγο και τα τρία παιδιά τους.


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Ο Φρόιντ και η λογοτεχνία

      ΚΥΡΙΑΚΗ, 23 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014 09:50


Του Γιώργου Λαμπράκου

Οι ποιητές είναι οι ανεπίσημοι νομοθέτες του κόσμου - Π.Μπ. Σέλεϊ

Η στενή σχέση του Σίγκμουντ Φρόιντ με τη λογοτεχνία είναι γνωστή και πολυερμηνευμένη. Ο δόκτωρ νευρολογίας και θεμελιωτής της ψυχανάλυσης διάβαζε φανατικά λογοτεχνία από μικρή ηλικία και έτσι γνώριζε άριστα τους κλασικούς συγγραφείς, αρχαίους και νεότερους, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ποίηση. Η γνώση αυτή τροφοδοτούσε σε σημαντικότατο βαθμό την ψυχολογική του σκέψη, αλλά και τον περίτεχνο (ακόμα και «λογοτεχνικό», όπως θεωρεί ο Χάρολντ Μπλουμ) τρόπο γραφής του: άλλοτε ο Φρόιντ ενίσχυε τις θεωρίες του επιστρατεύοντας εκ των υστέρων κάποια λογοτεχνικά παραδείγματα, άλλοτε η ίδια η λογοτεχνία τον επηρέαζε άμεσα, γεννώντας του ιδέες και διαισθήσεις για την ανθρώπινη κατάσταση.

Ωστόσο, σημασία έχει ότι το ενδιαφέρον του Φρόιντ, και της ψυχανάλυσης γενικότερα, για τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες είναι καθαρά και πρωτίστως ψυχολογικό, όχι αισθητικό. Αυτό σημαίνει πως ο Φρόιντ δεν ενδιαφέρεται τόσο να μας πει ποια λογοτεχνικά ή άλλα έργα έχουν (αισθητική) αξία, όσο το τι φανερώνουν αυτά τα έργα για την ανθρώπινη ψυχολογία και γιατί.


Διαχρονικές και πανανθρώπινες ιδέες


Η παραπάνω θέση διαφαίνεται και στον κομψό τόμο που ανθολογεί πέντε συναφή κείμενά του, με τον γενικό τίτλο ΟΝτοστογιέφσκι και η πατροκτονία (εκδ. Πατάκη). Σε αυτό το πρώτο και γνωστότερο δοκίμιό του, ο Φρόιντ ασχολείται με την πολυδιάστατη, σχεδόν αχανή προσωπικότητα του κορυφαίου Ρώσου πεζογράφου. Στόχος του δεν είναι να μας πείσει ότι τα έργα του Ντοστογιέφσκι είναι σημαντικά από λογοτεχνική σκοπιά, αλλά να δείξει πώς ορισμένες βασικές έννοιες και αρχές της ψυχανάλυσης (το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η αμφιθυμία, η νεύρωση, ο ναρκισσισμός, η αμφισεξουαλικότητα) μπορούν να «αναγνωσθούν» στο έργο του Ντοστογιέφσκι. Κατ’ επέκταση, ότι ισχύουν σε διαχρονικό και πανανθρώπινο επίπεδο.

«Για τον Ντοστογιέφσκι, ο εγκληματίας φαντάζει σχεδόν σαν σωτήρας που επωμίζεται το φορτίο της ενοχής, το οποίο θα έπρεπε διαφορετικά να φέρουν οι άλλοι»
Ο Φρόιντ στέκεται ειδικότερα στο ζήτημα του «εγκληματία» στα έργα του Ντοστογιέφσκι. Οι περισσότερες παρατηρήσεις του, εύστοχες ούτως ή άλλως, αξιώνουν γενικευμένη ισχύ: «Για τον εγκληματία, δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά: ο άκρατος εγωισμός και η έντονη τάση προς την καταστροφή· κοινή σε αμφότερα αλλά και προϋπόθεση για την εκδήλωσή τους είναι η απουσία αγάπης». Και παρακάτω: «Για τον Ντοστογιέφσκι, ο εγκληματίας φαντάζει σχεδόν σαν σωτήρας που επωμίζεται το φορτίο της ενοχής, το οποίο θα έπρεπε διαφορετικά να φέρουν οι άλλοι. Δεν χρειάζεται πλέον να διαπράξουμε φόνο αφού τον έχει ήδη διαπράξει εκείνος, αλλά του οφείλουμε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό, αλλιώς θα έπρεπε να τον διαπράξουμε οι ίδιοι».
Στα επόμενα τέσσερα κείμενα του τόμου, τα οποία γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους («Μια παιδική ανάμνηση από την αυτοβιογραφία του Γκαίτε», «Ορισμένοι χαρακτήρες ιδωμένοι μέσα από την ψυχαναλυτική εργασία», «Το εφήμερο» και «Ψυχοπαθείς χαρακτήρες επί σκηνής»), ο Φρόιντ συνεχίζει τον ψυχαναλυτικό στοχασμό του αντλώντας ιδέες από τη λογοτεχνία. Έτσι, μια φαινομενικά ακατανόητη πράξη του νεαρού Γκαίτε (αλλά και κάποιων αναλυόμενων) ωθεί τον Φρόιντ στο να διαλευκάνει τον καλυμμένο συμβολισμό της, δηλαδή το ποια πραγματική επιθυμία κάλυπτε – επιθυμία με αξίωση, όπως πάντα, γενικής ισχύος. Σε άλλο δοκίμιο, αναλύει τύπους ανθρώπων που θεωρούν εαυτόν «εξαίρεση», ή, πράγμα ακόμα πιο ενδιαφέρον, «αποτυγχάνουν μπροστά στην επιτυχία». Πέρα από τους προαναφερθέντες κολοσσούς της λογοτεχνίας, ο Φρόιντ θα αναλύσει έργα του Σαίξπηρ, του Ίψεν και του Τσβάιχ, μεταξύ άλλων, ενώ θα σχολιάσει και την εξέλιξη του θεάτρου από την αρχαία τραγωδία στο σύγχρονο ψυχολογικό δράμα.

Συγκίνηση και κριτική σκέψη

Παρά τα φαινόμενα, λοιπόν, ο Φρόιντ δεν επιθυμεί, και ευτυχώς, να γίνει κριτικός λογοτεχνίας. Ακόμα και όταν εκτιμά ότι ο Σαίξπηρ «είναι ο μεγαλύτερος όλων των ποιητών» ή ότι «τρία από τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά αριστουργήματα όλων των εποχών πραγματεύονται το ίδιο θέμα, δηλαδή την πατροκτονία», ο Φρόιντ δεν κάνει ουσιαστικά λογοτεχνική κριτική, αλλά επιχειρεί να δείξει γιατί τα συγκεκριμένα έργα έχουν τόση ψυχολογική επίδραση στον θεατή-αναγνώστη (η ποιότητα των έργων παίζει σαφώς ρόλο στην επίδρασή τους στον θεατή-αναγνώστη, αλλά δεν είναι αυτό το κυρίαρχο ενδιαφέρον του). Ο θεατής-αναγνώστης συγκινείται όταν βλέπει ή διαβάζει ένα τραγικό ή δραματικό έργο, νιώθει «ταύτιση» με τους χαρακτήρες, διότι κατά βάθος (και χωρίς να το συνειδητοποιεί αμέσως, αφού το βάθος είναι το ασυνείδητο) βιώνει ή/και αναβιώνει μέσα του πολλές από τις σωματικές και κυρίως ψυχονοητικές συγκρούσεις που βλέπει επί σκηνής. Μπορεί η συγκίνηση του θεατή-αναγνώστη (η «εμβάθυνση στην ψευδαίσθηση», όπως γράφει ωραία ο Φρόιντ) να προηγείται, αλλά ύστερα πρέπει να επέλθει η κριτική σκέψη που θα συμβάλλει στην ανάλυση του έργου ώστε να φανερωθούν οι αιτιακές ψυχικές συνάφειες, να αναδειχτεί το ψυχικό υπόστρωμα των χαρακτήρων: δηλαδή, εμάς των ιδίων.


Ο θεατής συγκινείται όταν βλέπει ένα τραγικό ή δραματικό έργο, νιώθει «ταύτιση» με τους χαρακτήρες, διότι κατά βάθος βιώνει ή/και αναβιώνει μέσα του πολλές από τις σωματικές και κυρίως ψυχονοητικές συγκρούσεις που βλέπει επί σκηνής

Έχουμε γνωρίσει καλλιτέχνες που εξεγείρονται ακατανόητα όταν κάποιος προσπαθεί να ερμηνεύσει τα έργα τους (και) από ψυχαναλυτική σκοπιά. Ωστόσο, επαναλαμβάνοντας αυτό που είπαμε εξαρχής, ας τονίσουμε ότι η ψυχανάλυση δεν είναι, δεν ενδιαφέρεται να είναι και κυρίως δεν πρέπει να παριστάνει πως είναι κριτική λογοτεχνίας ή αισθητική θεωρία. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η ψυχανάλυση διανοίγει μερικούς δρόμους για να δούμε πώς συνδέονται οι καλλιτέχνες με τα έργα τους, αλλά και οι θεατές με τα έργα αυτά, με στόχο να εξάγει γενικότερα συμπεράσματα για τον ανθρώπινο ψυχισμό, όχι για να ορίσει τι είναι καλό και τι κακό στην τέχνη.

Όπως λένε και οι μεταφραστές στη χρήσιμη εισαγωγή τους, που επισκοπεί τη σχέση του Φρόιντ με τους γερμανόφωνους λογοτέχνες της εποχής του: «ο Φρόιντ ουδέποτε εξέλαβε την ψυχανάλυση ως επίθεση κατά της λογοτεχνίας», απεναντίας πάντα θαύμαζε τους μεγάλους ποιητές, αυτούς τους «άριστους γνώστες της ανθρώπινης ψυχής» (βλ. «Ορισμένοι χαρακτήρες ιδωμένοι μέσα από την ψυχαναλυτική εργασία»). Τα έργα τέχνης και λογοτεχνίας συνδέονται αναπόφευκτα με τον δημιουργό τους, ο δημιουργός τους συνδέεται αναπόφευκτα με το ανθρώπινο είδος, και το ανθρώπινο είδος διέπεται αναπόφευκτα από κάποιες ψυχικές (και άλλες) σταθερές. Ο Φρόιντ δεν συνδέει τα έργα με τον δημιουργό τους για να εκτιμήσει την ποιότητά τους, αλλά για να ανιχνεύσει τις ψυχικές πηγές τους, πηγές που ενυπάρχουν ως προδιάθεση (και συνεπώς δύνανται να ξεπηδήσουν) σε όλους μας. Το αν ένα έργο αξίζει, δηλαδή αξίζει αισθητικά, είναι άλλη υπόθεση.




Ο Ντοστογέφσκι και η Πατροκτονία
Σίγκμουντ Φρόιντ
Μτφρ: Γιάννης Καλιφατίδης, Ηλιάνα Αγγελη
Πατάκη 2014
Σελ. 200, τιμή € 7,70

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ SIGMUND FREUD

*από το: 

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Νίκος Καζαντζάκης: «Το ταξίδι κι η εξομολόγηση στάθηκαν οι δυο μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου»

        Μιγκέλ ντε Ουναμούνο - Καζαντζάκης       


«Το ταξίδι κι η εξομολόγηση (κι η δημιουργία είναι η ανώτερη και πιστότερη μορφή της εξομολόγησης) στάθηκαν οι δυο μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον πρόλογο του βιβλίου του Ταξιδεύοντας-Ισπανία. Πράγματι, το ταξίδι του έλληνα στοχαστή στη χώρα των Ιβήρων, πριν και κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου (1936–1939), ήταν, όπως φαίνεται, πλούσιο σε εμπειρίες: Άβιλα, Βαγιαδολίδ, Σαλαμάνκα, Μαδρίτη, Τολέδο, Κόρδοβα, Σεβίγια, Γρανάδα, κλπ. Εγώ, θα σταθώ στις εντυπώσεις του από την πόλη της Σαλαμάνκα και συγκεκριμένα από τη συνάντησή του με έναν άλλο μεγάλο στοχαστή, τον ισπανό Μιγκέλ ντε Ουναμούνο.



Ο Ουναμούνο (1864 –1936) γεννήθηκε στο Μπιλμπάο, συνέδεσε όμως τη ζωή του με τη Σαλαμάνκα. Άριστος γνώστης των κλασικών γραμμάτων, υπήρξε καθηγητής αρχαίων ελληνικών και αργότερα Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα (ενός από τα αρχαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης, με έτος ιδρύσεως το 1218), ποιητής και συγγραφέας μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων. Τέλος, ο Ουναμούνο θεωρείται από τους κορυφαίους στοχαστές της γενιάς του, της λεγόμενης γενιάς του 1898. Τα φιλοσοφικά του δοκίμια Για το τραγικό αίσθημα της ζωής (Del sentimiento trágico de la vida, 1913) και Η αγωνία του χριστιανισμού (La agonía del cristianismo, 1925) αποτελούν έργα–σταθμούς στην ιστορία της ευρωπαϊκής σκέψης του εικοστού αιώνα.



Γράφει, λοιπόν, ο Καζαντζάκης στον τόμο του Ταξιδεύοντας-Ισπανία ότι δεν ήθελε να αφήσει την Σαλαμάνκα χωρίς να συναντήσει «τον τρομερό σκαντζόχοιρο, τον Ουναμούνο». Έτσι και έγινε: τα δύο αυτά μεγαθήρια του πνεύματος, ο ανήσυχος Kρητικός και ο ανήσυχος Bάσκος συναντήθηκαν στο σπίτι του Ουναμούνο. Η συζήτησή τους είναι ζωηρή κι ενδιαφέρουσα: ο Ουναμούνο εκθέτει στον Καζαντζάκη τις ιδέες του σχετικά με το αβάσταχτο πρόσωπο της αλήθειας. Ο απλός λαός –υπογραμμίζει ο ισπανός– έχει ανάγκη να του πουν ψέματα, να τον εξαπατήσουν. ‘Οποιος κοιτάξει την αλήθεια κατάματα πεθαίνει, το λέει κι η Παλαιά Διαθήκη, καταλήγει ο Ουναμούνο.

Ο Iσπανός βγάζει και διαβάζει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ο μάρτυς Σαν Μανουέλ Μπουένο (San Manuel Bueno, mártir, 1930). Πρόκειται για ένα από τα αριστουργήματά του: σε λιγότερες από 50 σελίδες, περιέχεται όλος ο φιλοσοφικός στοχασμός του Ουναμούνο γύρω από το τραγικό αίσθημα της ζωής. Ο ήρωάς του, ο ιερέας πατέρας Μανουήλ, είναι από μόνος του ένα τραγικό πρόσωπο: χωρίς ο ίδιος να πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή, κηρύττει στους πιστούς του χωριού του την πίστη στην άλλη ζωή, εξομολογώντας τους και βοηθώντας τους να πεθάνουν εν ειρήνη. Την ελπίδα όμως που κηρύττει και μεταλαμπαδεύει, ο ίδιος την έχει χάσει προ πολλού.

Το απόσπασμα του έργου που διαβάζει ο Ουναμούνο στον Καζαντζάκη είναι πολύ χαρακτηριστικό: «Η αλήθεια είναι κάτι τρομερό, αβάσταχτο, θανάσιμο...Ο απλός λαός, αν τη μάθει, δε θα μπορέσει πια να ζήσει, και πρέπει να ζήσει, να ζήσει... ». Σ’ αυτό το χωρίο βρίσκεται συμπυκνωμένη όλη η τραγική φιλοσοφία του ισπανού: τον Ουναμούνο δεν τον ενδιέφερε η «ανθρωπότης», σαν όρος αφηρημένος και ουδέτερος. Τον περήφανο αυτό και ντεσπεράντο πολεμιστή (όπως τον λέει ο Καζαντάκης), τον ενδιέφερε πάνω από όλα ο άνθρωπος με σάρκα και οστά, που γεννιέται, ζει, υποφέρει και πεθαίνει. Γράφει ο Ουναμούνο στην πρώτη σελίδα του έργου του Για το τραγικό αίσθημα της ζωής:
Homo sum; nihil humani a me alienum puto, είπε ο ρωμαίος κωμωδιογράφος. Εγώ θα έλεγα καλύτερα: Nullum hominem a me alienum puto; άνθρωπος είμαι, κανέναν άλλον άνθρωπο δε θεωρώ ξένο. Γιατί το επίθετο humanus μου φαίνεται το ίδιο ύποπτο όπως και το ουσιαστικό humanitas, η ανθρωπότητα. Ούτε τα ανθρώπινα ούτε η ανθρωπότητα, ούτε το απλό επίθετο, ούτε το ουσιαστικοποιημένο επίθετο, παρά το συγκεκριμένο ουσιαστικό: ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος με σάρκα και οστά, αυτός που ζει, υποφέρει και πεθαίνει –κυρίως πεθαίνει –, αυτός που τρώει, και πίνει, και παίζει, και κοιμάται, και σκέφτεται, και επιθυμεί: ο άνθρωπος που βλέπουμε και ακούμε, ο αδερφός, ο αληθινός αδερφός.
Συγκρίνετε τώρα αυτά τα λόγια του Ουναμούνο με τα γραφόμενα του Καζαντζάκη στην Ασκητική (1927):
Ο Θεός μας δεν είναι ένας αφηρημένος στοχασμός, μια λογική ανάγκη, ένα αρμονικό αψηλό οικοδόμημα από συλλογισμούς και φαντασίες. […] Είναι άντρας και γυναίκα, θνητός και αθάνατος, κοπριά και πνεύμα. Γεννάει, γονιμοποιεί και σκοτώνει, έρωτας μαζί και θάνατος […] Ο Θεός μας δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κινδυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυστα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα.

Οι δυο στοχαστές αναγνωρίζουν ως θεό τους τον άνθρωπο με σάρκα και οστά, τον κοινό θνητό που ζει, αγωνίζεται και –όπως λέει ο Ουναμούνο– αν και δεν θέλει να πεθάνει, πεθαίνει.
Για τον ισπανό στοχαστή, ο σταυρός του ανθρώπου, η πηγή της δυστυχίας του είναι αυτό που τον ξεχωρίζει από τα πλάσματα του ζωϊκού βασιλείου, δηλαδή, η συνείδηση. Σ’ ένα άλλο σημείο του βιβλίου του Για το τραγικό αίσθημα της ζωής δε διστάζει να τη χαρακτηρίσει “αρρώστια”: «Ο άνθρωπος, για να είναι άνθρωπος, για να ’χει συνείδηση, είναι βέβαια, σε σχέση με το γάιδαρο ή με τον κάβουρα, ένα ζώο άρρωστο. Η συνείδηση είναι μια αρρώστια.»
Η ίδια συνείδηση ταλαιπώρησε εν ζωή και τον Καζαντζάκη. Μπεργκσονιστής και νιτσεϊστής, μυστικιστής και διονυσιακός, μαρξιστής και βουδιστής, χριστιανός και αγνωστικιστής συνάμα (όπως και ο Ουναμούνο), πέρασε από πολλές ιδεολογίες με την αμφιβολία και την αγωνία μόνιμα εγκαταστημένη στη ζωή του. Αυτό το υπαρξιακό δίλημμα γύρω από το οποίο αμφιταλαντεύτηκαν ο συγγραφέας του Ζορμπά και ο συγγραφέας του San Manuel Bueno, mártir δεν ήταν άλλο παρά το ακόλουθο: μηδενισμός ή πρόσδεση σε μια ηθική πίστη. Και οι δυο βρήκαν διέξοδο μετουσιώνοντας τις τυραννικές τους ιδέες (obsesiones) σε παραμύθια, σε μυθοπλασία, σε ήρωες μυθιστορηματικούς που συναντιούνται με το πεπρωμένο τους, μάχονται και πάσχουν: Σαν Μανουέλ Μπουένο Μάρτυρ, Αουγκούστο Πέρεθ, Ζορμπάς, Μανολιός, Καπετάν Μιχάλης...
Ο βάσκος στοχαστής (που όσο προχωράει η συζήτηση φαίνεται όλο και πιο φορτισμένος συναισθηματικά), αποχαιρετά τον κρητικό συνομιλητή του με αυτά τα απεγνωσμένα λόγια: «Δεν είμαι φασιστής μήτε μπολσεβίκος. Είμαι μόνος! Μόνος, όπως ο Κρότσε στην Ιταλία!». Μόνος πεθαίνει και ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη, ντεσπεράντο και αμοραλιστής, στην κορυφή ενός παγόβουνου στο Νότιο Πόλο, μετά από ένα ταξίδι αυτογνωσίας. All the rest is silence.

_______
* Συγγραφέας αυτού του κειμένου είναι η Στέλλα Βουτσά. Είναι απόφοιτος Ελληνικής και Ισπανικής Φιλολογίας και υποψηφία διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα. Το κείμενο αυτό περιλήφθηκε στο τελευταίο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Το Δέντρο.


_________________________
http://costas-mavroudis.blogspot.gr/

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Ημερολὀγια Καταστρώματος - Γιώργος Σεφέρης


Χώρες παραγωγής: Ελλάδα, Κύπρος
Χρονιά παραγωγής: 2001
Πρώτη προβολή στην Ελλάδα: 16 Νοεμβρίου 2001 (42ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)
Στις αίθουσες βγήκε την 1η Φεβρουαρίου του 2002
Διάρκεια: 1:10:16
Αφηγητής: Δημήτρης Καταλειφός
Κατηγορία: Ταινία Τεκμηρίωσης (Ντοκυμαντέρ)
Σκηνοθεσία: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Παραγωγή: Θάνος Λαμπρόπουλος
Σενάριο: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία: Γιάννης Βαρβαρίγος
Μουσική: Νίκος Κυπουργός

Τα γυρίσματα έγιναν σε τόπους όπου έζησε και έδρασε ο ποιητής:
Ελλάδα, Παρίσι, Λονδίνο, Κύπρο, Μικρά Ασία.

Βραβεύσεις:
Α' Κρατικό Βραβείο Ποιότητας Ντοκυμαντέρ το 2001.
Βραβείο Καλύτερου Ντοκυμαντέρ στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο
στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (2001).